Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Τέσσερα ή πέντε ή ακομα και τρία


την ηρεμία που ψάχνω, στον τάφο που τη βρίσκω

υπογείως κείτεται αυτός και οι άλλοι τον πατάνε
από πάνω στέκεται σταυρός, σοφός και περιμπαίκτης

την αγωνία που βαστώ, στα χιόνια να την πνίξω

λέει να σηκωστεί, να ρίξει ένα χορό
όπως και ο ήρωας του τότε
αλλά το τότε θα ναι πάντα τότε
και τώρα δαιμόνια τον βαστάνε

είχε μια ελπίδα μια γυναίκα
εκατό χρόνια περίμενε, οδυρόταν
ούτε και η ίδια δεν ήξερε για τι
μέχρι που ρθε ο κύρης της, την πήρε
κι είναι ζήτημα αν απέχουν τέσσερα η πέντε μέτρα

και αν με ρωτάς που πάω, όπου θέλω περπατώ

πίσω απ΄ τα τείχη ξετυλίγεται μια πόλη
τείχη αψηλά και βενετσιάτικα
πιο κάτω η θάλασσα, μαούνες την οργώνουν

ο τόπος που αγάπησε
ο αγωγός που έκτισε
τον Χριστό που σταύρωσε
ο κόσμος που εγκατέλειψε

με γινκ και γιανγκ και γιν και γιανγκ
την ηρεμία που ψάχνω στον τάφο μου τη βρίσκω.