Εις Χαλκιδικήν
Όταν από το χάος της πόλης σου βγεις,
κ' αφήσεις πίσω σου κάθε χάος,
κλειδώσεις στα συρτάρια τη μαυρίλα
ξέρω ένα μέρος που μπορείς να πας.
Μα δε σ’ το λέω. Κρατώ για μένα ό,τι αγαπώ.
Ξέχνα φίλους και εχθρούς,
αυτούς που σε πίκραναν εσκεμμένα,
να σε βλάψουν θελήσαν.
Αυτούς που σε πίκραναν άθελα τους
να μην σε βλάψουν προσπαθήσαν.
Και έλα εδώ που μαι και 'γω.
Όλο με ρωτάς «για που;»
Μα γω αρκέστηκα στο έλα.
Φύσα πανιά, φύσα βοριά
κοντά μου να τη φέρεις.
Τράβα κουπί, ύψωσε σημαία
και ίσως κάποτε με βρεις
σε τόπο που φυτρώνουνε τα πεύκα.
Θα φυσάει αέρας από μακριά
και η θάλασσα απέραντη και αδάμαστη
περίεργα σου γνέφει.
Και αν κάποτε σοφίσεις και σωπάσεις
ίσως ακούσεις από μακριά
φωνές παπάδων και προσευχές απίστων.
Πού ξέρεις; Ίσως ακούσεις και τη δικιά μου φωνή
πίσω και στο βάθος.
Γι’ αυτό σου λέω. Έλα.
Στο μέρος που γλάροι δεν υπάρχουν
και τα ψάρια βαριούνται να κολυμπούν.
Βάλε το ένστικτο οδηγό,
σήμα του βορρά εμένα.
Μόνο μη ξεχάσεις για πυξίδα να φέρεις τη δικιά μου καρδιά,
που δε θυμάμαι αν στο χω ξαναπεί,
την κρατάς ακόμα.
(από τότε.. θυμάσαι;)
Μέσα μου βαθιά ξέρω πάλι πως θα καταλήξεις εις Χαλκιδικήν ή Μύκονο ή Κρήτη όπως και κάθε καλοκαίρι.
Και θα μείνω πάλι μόνος μακριά από τη δικιά μου καρδιά.
Σου λέω. Έλα.