Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

νεκρανάστασις


"Και αν οι νεκροί ξυπνήσουν και βγουν από τους τάφους, πάλι θα πεθάνουν, πάλι πίσω θα επιστρέψουν."

Θα μπορούσε απλά να τον αφήσει να πεθάνει. Αν είναι όμως κάτι που διακρίνει εμάς τους ανθρώπους είναι το πείσμα μας. Λένε ότι οι γυναίκες, από τη φύση τους, δεν είναι δυνατές. Και δεν εννοώ σωματικά γιατί αυτό είναι ηλίου φαεινό. 

Ξύπνησε στις επτά παρά δέκα όπως κάθε μέρα. Αφιέρωσε το δεκάλεπτο που συμπληρώνει την ώρα στον εαυτό της. Φόρεσε κάτι απλό και βολικό για τη δουλειά. Τα ρολόγια έδειξαν επτά και κατέβηκε κάτω να φτιάξει καφέ. Κάθισε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Ήταν μια εκπομπή απ’ αυτές που λένε τις ειδήσεις. Λογικά, θα έπαιζαν κάποιο θέμα για σεισμούς και μετασεισμούς σε κείνη τη μακρινή χώρα ή θα έδειχναν εκρήξεις και μαχητικά αεροπλάνα πάνω απ’ τους ουρανούς μιας άλλης γειτονικής. Κοίταζε τις εικόνες, αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Ήταν αφηρημένη. Σε λίγο, έπρεπε να φροντίσει τον πατέρα της, να ξυπνήσει τον άντρα της και το γιο της για να πάνε δουλειά. Έπινε τον καφέ μάλλον μηχανικά με το βλέμμα της να πλανάται στο χώρο. Κάποια στίγμή έβαλαν διαφημίσεις και τα φανταχτερά χρώματα που πρόβαλλε η τηλεόραση και οι ενοχλητικοί ήχοι των τελάληδων την επανάφεραν στην πραγματικότητα. Βγήκε έξω και πήγε στο διπλανό, στου πατέρα της. Μπήκε στο δωμάτιο του και τον βρήκε να κοιμάται ήσυχα στο κρεβάτι του. Υπερβολικά ήσυχα. Τότε κατάλαβε. Εδώ και μέρες της περνούσε από το νου πως μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο άλλα προτιμούσε να διώξει τις σκέψεις μακριά. Και όσο και αν ξέρουμε πως κάποτε θα συμβεί, άλλωστε αυτό έλεγαν τα σημάδια των καιρών, εκείνη την ύστατη στιγμή ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Ήταν ο πατέρας της! Έβαλε τις φωνές, φώναζε τον άντρα της.

Άκουσε κάτι ουρλιαχτά και άνοιξε ευθύς τα μάτια του. Και σαν να ήταν μια ιδέα, ένα μέλλον που ανακατέφτηκε στα συστατικά της ατμόσφαιρας τις τελευταίες μέρες, τ’ άρπαξε, ένωσε τα κομμάτια και κατάλαβε. Πήδηξε απ’ το κρεββάτι και έτρεξε. Βρήκε τη γυναίκα του σε κατάσταση σοκ και τον πεθερό του στο κρεββάτι. Ευθύς αμέσως άρχισε να κτυπάει με μανία το στήθος του μπας και πάρει μπρος η καρδιά του.

Θα μπορούσε απλά να τον αφήσει να πεθάνει. Ήταν έτσι και αλλιώς στα τελευταία του. Όμως δε θέλουμε να συμβεί. Δε θέλουμε να ζούμε με το βάρος ότι τον αφήσαμε έτσι απλά. Ότι δεν προσπαθήσαμε.

Η καρδιά του άρχισε να κτυπά ξανά. Προς ανακούφιση ολονών. Τώρα, βρίσκεται στο νοσοκομείο. Και είναι τόσο έτοιμος να σβήσει ξανά, άλλη μια φορά απ' την αρχή.


Και γω στέκομαι στην άκρη και παρακολουθώ. Προσπαθώ να προσδιορίσω το ρόλο μου σ’ όλο αυτό. Αν είναι κάτι που πρέπει να κάνω, κάτι που επιβάλλεται. Κι ωστόσο φαίνεται πως δεν κάνω τίποτα. Πως το γεγονός μ’ αφήνει ανέγγιχτο. Ανέπαφο. Όμως, δεν είναι έτσι. Δεν αφήνω τίποτα να πέσει χάμω. Και ίσως να μαι γω αυτός που πονάει περισσότερο...

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Παύση

Pause.

Σταματήστε για λίγο. Σβήστε τα φώτα της πόλης. Πάρτε μια ανάσα.
Σήμερα ήταν μια παράξενη μέρα. Υπάρχουν τόσα πράγματα γύρω μας. Κι όμως δεν το παίρνουμε χαμπάρι γιατί δεν έχουμε το χρόνο να τα σκεφτόμαστε όλα την ίδια στιγμή. Όλο κάτι αποσπά την προσοχή μας. Και γίνονται όλα τόσο γρήγορα. Χάνουμε τόσα πολλά.
Μακάρι να μπορούσα να πατήσω παύση, να απολαύσω τα πάντα και μόλις βαρεθώ να πατήσω play για να έρθει η φουρτούνα.
Σήμερα έφυγε και ξαναήρθε. Θα πεθάνει.
Συνεχίστε. Ανάψτε τα φώτα. Αφήστε τον αέρα να κινήσει το χρόνο.

Play.



Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Εν λευκώ

Και είναι ωραίο να μην έχεις τίποτα να πεις.
Όλο λέω πως θα γράψω, μα μένω στην αδράνεια.
Οι μέρες περνούν και δεν περιμένω τίποτα.
Λευκό.
Αυτό είναι το χρώμα που με χαρακτηρίζει.
Ποντάρω λίγα, λίγα είναι αυτά που θα χάσω.
Είναι περίεργο να μη νιώθεις τίποτα.
Είναι όλα τόσο άσπρα.
Χαίρομαι.


Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Μαζικοποίηση


Γίνονται όλα τόσο εκνευριστικά. Εννοώ, αρχίζουν τόσο διαφορετικά και μετά σε απογοητεύουν, σε αφήνουν κάτω.  Έρχονται άλλα να αντικαταστήσουν τα παλιά. Και αυτά σιγά σιγά ξεθωριάζουν. Και φτάνεις σ’ ένα σημείο που λες ‘Ως εδώ. Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλο.’ Ο απόλυτος κορεσμός.

Διαβάζω το παραμύθι. Το παραμύθι που μας πουλάνε. Το παραμύθι που αγοράζουμε. Η ζωή, σύμφωνα με τις σύγχρονες γραφές, είναι ένα συνθέλεμα από δουλειά, ξεκούραση, ύπνος και διασκέδαση.  Ένα μοτίβο που επαλαμβάνεται.
Αφού σε βάλουν να δουλέψεις και πάρουν αυτά που θέλουν από σένα, αφού σε βάλουν για ύπνο να ξεκουραστείς (για να έχεις δυνάμεις την επόμενη μέρα στη δουλειά) τότε σου προσφέρουν διασκέδαση. Σου δίνουν ένα μικρό χαπάκι για να νιώσεις καλύτερα, ότι αυτό που κάνεις είναι για σένα, ακριβώς για να μπορείς να καταπίνεις το χάπι χωρίς διαμαρτυρία. Αν δεν δουλέψεις, και αν δεν ακολουθείς, ίσως χάσεις τη δόση σου, το μερίδιο που σου αναλογεί στην ευτυχία.

Οπότε όλα γίνονται για μιαν ώρα διασκέδασης. Να βγεις να πιεις ένα καφέ, ένα ποτό, να πας σε μια συναυλία, ένα ταξίδι, να χορέψεις, να μεθύσεις,.

Μέχρι τα δεκαοκτώ, δεν έβγαινα συχνά απ’ το σπίτι.  Ήμουν ο τύπος που προτιμούσε να μείνει εντός, να δει μια ταινία, να ακούσει μουσική και να κολλήσει στο διαδύκτιο. Και όλα αυτά μόνος μου.
Με το στρατό τα πράγματα άλλαξαν.  Άρχισα να κάνω παρέες με άτομα που ήξερα και δε μου δόθηκε η ευκαιρία στο παρελθόν, αλλά και με άτομα που γνώρισα εκεί μέσα. Και όταν είσαι κλεισμένος για μέρες σ’ έναν τόπο, σ’ ένα κλουβί, στερείσαι τόσο πολύ την ελευθερία σου και η στέρηση της ψυχαγωγίας είναι τόσο στεγνή που με την πρώτη έξοδο απ’ το στρατό ζητάς να κάνεις κάτι πιο ακραίο από το να καθίσεις σπίτι. Και έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω το ρεύμα, να βγω έξω στη ζούγκλα, να δω τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος.  Εξάλλου δεν έιχα τίποτα να χάσω.

Από τότε, ένιωσα τόσα πολλά, πέρασα ολόκληρες νύχτες έξω απ’ το σπίτι, αναζήτησα και γω αυτό που λέγεται διασκέδαση. Μόνο τώρα μπορώ να συνειδητοποιήσω πόσο αηδιασμένος είμαι. Μπορώ να πω ότι έκανα πολλά πράγματα και έμαθα τόσα άλλα. Αυτό το πράγμα που μας πουλάν ως το υπέρτατο, που είναι η έξοδος μας απ’ τη ρουτίνα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ακόμη παραμύθι. Εμείς το κάναμε έτσι. Εμείς το αφήσαμε να ξεθωριάσει.
Πετύχαμε τη βιομηχανοποίηση της ευτυχίας. Την κόψαμε σε κομμάτια, την χοντροκόψαμε, την πετσοκόψαμε, την βάλαμε στον ήλιο να στεγνώσει, την τυλίξαμε και τώρα, την πουλάμε στους εαυτούς μας σε απαγορευτικές τιμές.
Γιατί δε μπορούμε να περάσουμε καλά, απλά εμείς και οι φίλοι μας. Πρέπει να έχουμε και άλλους γύρω μας. Ν’ ακολουθούμε τη μάζα. Να κάνουμε ότι κάνει η μάζα, αυτό θα πει διασκέδαση. Να μη διαφέρουμε.
Κι ακολουθώντας τη μάζα, συνειδητοποιείς πως τελικά οι επιλογές που έχεις δεν είναι και τόσες πολλές. Γιατί επιμένουμε να πηγαίνουμε σε τόπους που δεν θέλουν να μας βάλουν μέσα. Και αν φάμε πόρτα, το άλλο Σάββατο θα μαστε και πάλι εκεί.
Γιατί αγοράζουμε αυτό που μας πουλάν σε εξωφρενικές τιμές. Αισχροκερδούν πάνω στην πλάτη μας.
Κατάλαβαν το παιχνίδι της μαζικοποίησης. Την ανάγκη του ανθρώπου να κτίζει στερεότυπα. Να θέλει να βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους. Και  έγινε μια ολόκληρη βιομηχανία που ζει και τρέφεται μ΄αυτό.

Γι' αυτό, την επόμενη φορά που θα πας να αγοράσεις τη μάσκα σου για να κερδίσεις το βραβείο σε ένα πάρτυ-μασκέ, που θα μεθύσεις καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες ποτού, που θα κάνεις τον εαυτό σου ίσο με το πάτωμα, που θα χορεύεις για τον βασιλιά καρνάβαλο, που θα καταναλώσεις χόρτα και τάχα νηστεμένα τρόφιμα, που θα βγεις στους αγρούς να κάνεις αυτό που επιβάλει η πίστη, μέσα σου βαθιά διερωτήθου: 

"Τι διαφέρω εγώ από τους άλλους; Τι διαφέρω εγώ από τη μάζα;"