"Και αν οι νεκροί ξυπνήσουν και βγουν από τους τάφους, πάλι θα πεθάνουν, πάλι πίσω θα επιστρέψουν."
Θα μπορούσε απλά να τον αφήσει να πεθάνει. Αν είναι όμως κάτι που διακρίνει εμάς τους ανθρώπους είναι το πείσμα μας. Λένε ότι οι γυναίκες, από τη φύση τους, δεν είναι δυνατές. Και δεν εννοώ σωματικά γιατί αυτό είναι ηλίου φαεινό.
Ξύπνησε στις επτά παρά δέκα όπως κάθε μέρα. Αφιέρωσε το δεκάλεπτο που συμπληρώνει την ώρα στον εαυτό της. Φόρεσε κάτι απλό και βολικό για τη δουλειά. Τα ρολόγια έδειξαν επτά και κατέβηκε κάτω να φτιάξει καφέ. Κάθισε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Ήταν μια εκπομπή απ’ αυτές που λένε τις ειδήσεις. Λογικά, θα έπαιζαν κάποιο θέμα για σεισμούς και μετασεισμούς σε κείνη τη μακρινή χώρα ή θα έδειχναν εκρήξεις και μαχητικά αεροπλάνα πάνω απ’ τους ουρανούς μιας άλλης γειτονικής. Κοίταζε τις εικόνες, αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Ήταν αφηρημένη. Σε λίγο, έπρεπε να φροντίσει τον πατέρα της, να ξυπνήσει τον άντρα της και το γιο της για να πάνε δουλειά. Έπινε τον καφέ μάλλον μηχανικά με το βλέμμα της να πλανάται στο χώρο. Κάποια στίγμή έβαλαν διαφημίσεις και τα φανταχτερά χρώματα που πρόβαλλε η τηλεόραση και οι ενοχλητικοί ήχοι των τελάληδων την επανάφεραν στην πραγματικότητα. Βγήκε έξω και πήγε στο διπλανό, στου πατέρα της. Μπήκε στο δωμάτιο του και τον βρήκε να κοιμάται ήσυχα στο κρεβάτι του. Υπερβολικά ήσυχα. Τότε κατάλαβε. Εδώ και μέρες της περνούσε από το νου πως μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο άλλα προτιμούσε να διώξει τις σκέψεις μακριά. Και όσο και αν ξέρουμε πως κάποτε θα συμβεί, άλλωστε αυτό έλεγαν τα σημάδια των καιρών, εκείνη την ύστατη στιγμή ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Ήταν ο πατέρας της! Έβαλε τις φωνές, φώναζε τον άντρα της.
Άκουσε κάτι ουρλιαχτά και άνοιξε ευθύς τα μάτια του. Και σαν να ήταν μια ιδέα, ένα μέλλον που ανακατέφτηκε στα συστατικά της ατμόσφαιρας τις τελευταίες μέρες, τ’ άρπαξε, ένωσε τα κομμάτια και κατάλαβε. Πήδηξε απ’ το κρεββάτι και έτρεξε. Βρήκε τη γυναίκα του σε κατάσταση σοκ και τον πεθερό του στο κρεββάτι. Ευθύς αμέσως άρχισε να κτυπάει με μανία το στήθος του μπας και πάρει μπρος η καρδιά του.
Θα μπορούσε απλά να τον αφήσει να πεθάνει. Ήταν έτσι και αλλιώς στα τελευταία του. Όμως δε θέλουμε να συμβεί. Δε θέλουμε να ζούμε με το βάρος ότι τον αφήσαμε έτσι απλά. Ότι δεν προσπαθήσαμε.
Η καρδιά του άρχισε να κτυπά ξανά. Προς ανακούφιση ολονών. Τώρα, βρίσκεται στο νοσοκομείο. Και είναι τόσο έτοιμος να σβήσει ξανά, άλλη μια φορά απ' την αρχή.
Και γω στέκομαι στην άκρη και παρακολουθώ. Προσπαθώ να προσδιορίσω το ρόλο μου σ’ όλο αυτό. Αν είναι κάτι που πρέπει να κάνω, κάτι που επιβάλλεται. Κι ωστόσο φαίνεται πως δεν κάνω τίποτα. Πως το γεγονός μ’ αφήνει ανέγγιχτο. Ανέπαφο. Όμως, δεν είναι έτσι. Δεν αφήνω τίποτα να πέσει χάμω. Και ίσως να μαι γω αυτός που πονάει περισσότερο...