Aν είναι να πεθάνω ποτέ, θα πεθάνω από τον πόνο των άλλων. Είναι κάποια πράματα και καταστάσεις που με επηρεάζουν ανορθόδοξα και μου ανοίγουν τεράστιες πληγές χωρίς να γνωρίζω το λόγο. Δεν είμαι ο τύπος ο συμπονετικός που θα μου πεις τον πόνο σου και θα σε καταλάβω. Πιθανότατα, θα σε κοροϊδέψω που δίνεις σημασία και θα σου γυρίσω την πλάτη. Δε λέω. Ασχολούμαι και γω αρκετές φορές με μικρά πράγματα. Δίνω σημασία. Μέχρι να βάλω μουσική στ’ αυτιά μου. Μετά τα πάντα χάνουν την αξία τους και σημαίνουν τίποτα. Και τη βάζω τόσο δυνατά που ο κόσμος όλος να καταρρεύσει δε θα το πάρω χαμπάρι.
Ουφ. Είναι εκείνες οι στιγμές που όλος ο κόσμος αφήνει να περάσουν απαρατήρητες και στέκουμαι στη γωνιά και τις κοιτώ κατάμματα. Δε λέω να τις αφήσω να χαθούν και τις κρατάω στα χέρια μου, τις φορώ στο κεφάλι αγκάθινο στεφάνι. Είναι εκεί που ο πόνος του άλλου φτάνει στη διαπασών. Μα ούτε ο ίδιος το καταλαβαίνει, ούτε οι γύρω του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σταματούν να λειτουργούν οι πέντε αισθήσεις, ο χρόνος κοντοστέκεται για λίγο. Ξεφυσά και πάει χάθηκε. Όλα επιστρέφουν στην κανονική τους ροή, μπαίνει το νερό στ’ αυλάκι.
Καθόμασταν σε κύκλο. Άλλοι στους καναπέδες και άλλοι σε καρέκλες. Συζητούσαμε για διάφορες ταινίες που είδαμε και μας άρεσαν. Αμερικάνικος κινηματογράφος, μη φανταστείτε κάτι παραπάνω. Και υπήρχε αυτός ο ένας που ήξερε τα πάντα περί του θέματος. Δεν άφηνε καμιά χουλιγουντιανή υπερπαραγωγή να του ξεφύγει. Είναι από τους τύπους που δε μιλούν πολύ. Απ’ αυτούς που μένουν από κάτω. Και βρίσκονται κάτι μαλάκες και παίρνουν πλεονέκτημα. Το σινεμά, όμως, φαίνεται ήταν το φόρτε του και ξεδέθηκε η γλώσσα του. Πάντως αν είχε να διαλέξει μεταξύ Marvel και DC, θα διάλεγε με περίσσεια σιγουριά τη Marvel. Ότι και αν σημαίνει αυτό.
Αφού η συζήτηση πέρασε από διάφορα σύμπαντα φτάσαμε στον θρυλικό Iron Man.
‘Εχετε δει τον Iron Man;’
‘Μόνο το πρώτο.’
‘Εγώ και τα δυο.’
‘Ο πρωταγωνιστής είναι πολύ καλός. Παίζει σε καλές ταινίες. Έχει απίστευτο στυλ. Πως τον λεν;’
Και πετάχτηκε αυτός χωρίς καν να το σκεφτεί, σαν να αναδύθηκε στο μυαλό του η εικόνα του ηθοποιού και φώναξε.
‘Robert Downey Jr.’
Ευχαριστημένος ή μάλλον ικανοποιημένος που το ήξερε. Πήρε δέκα.
Και γω στο άκουσμα του Robert Downey Jr μου ήρθε να ξεράσω. Εννοώ, ποιος ξέρει το Robert Downey Jr ή καλύτερα σε ποιον έρχεται αμέσως στο μυαλό του το όνομα του Robert Downey Jr; Εμένα θα μου έπαιρνε κάτι χρόνια. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το ένιωσα. Ο χωροχρόνος άρχισε να καμπυλώνει. Η καρδιά μου κτυπούσε με βία. Ένιωσα να κυλάει στο αίμα μου όλος ο πόνος που υπάρχει, όλη η μιζέρια ενός ανθρώπου. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ τη μιζέρια. Αν είχα πληγή, θα έβγαινε μαύρο το αίμα και όχι κόκκινο. Θα μπορούσα πολύ απλά να πεθάνω σε τούτη τη στιγμή απάνω. Τόσο απλά. Δεν το έχω και για πολύ. Πέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η ιστορία του ανθρώπινου γένους, ο πόνος που ένιωσε και νιώθει ο κάθε άνθρωπος που πέρασε έστω και λίγο από τη Γη, ο παραμικρός πόνος που ένιωσε το πιο μικρό σκουλήκι.
Στην επόμενη εκπνοή όλα χάθηκαν. Εξατμίστηκαν. Η ζημιά όμως δε φεύγει. Είναι εκεί και περιμένει. Αν νιώσεις μια φορά τον πόνο, τότε θα σε τρώει για πάντα. Τα μεγάλα δεν πονάνε σχεδόν καθόλου, έχουν τυποποιηθεί. Αν υπάρχει βέβαια τέτοιο πράγμα όπως ο τυποποιημένος πόνος. Δε συγκρίνεται ο πόνος που εκλαμβάνεις από τα μικρά της ζωής. Γιατί είναι εκεί που δεν ξέρεις πως να αντιδράσεις, και τη σημασία που πρέπει να δώσεις. Καθώς δεν έχεις δει παρόμοια σε ταινία και δε διάβασες καμιά αναφορά. Και αυτά τα μικρά μικρά αφήνουν πίσω ανεξίτηλα σημάδια, που συσσωρεύονται σιγά σιγά και γίνονται κουβάρι. Άντε μετά να ξεμπλέξεις.
Αν είναι να πεθάνω ποτέ, θα πεθάνω από τον πόνο των άλλων. Το δικό μου τον πόνο τον έχω συνηθίσει. Πως να αντέξεις όμως τους άπειρους πόνους των ανθρώπων που πέρασαν, αυτών που ζουν τώρα και εκείνων που πρόκειται να υπάρξουν στα μελλούμενα χρόνια;
Καταρραμένη ανθρωπότητα. Την κατάρα μου να χεις.