Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Μίκρο ή Μικρό II

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ: http://thecarobtree2347.blogspot.gr/2016/01/blog-post.html
 

Ένα πτώμα λοιπόν. Που πριν λίγες ώρες, τέσσερις με πέντε σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ήταν ζωντανό. Βυθισμένος μες τα δίκτυα του ύπνου, μπαινόβγαινε στον ύπνο με τα όνειρα, άλλαζε μοτίβο η αναπνοή του και ποιος ξέρεις σε ποιο κύμα απάνω, στην εισπνοή ή στην εκπνοή, ήρθαν οι μαχαιριές και τον βρήκαν.

Tο κλειδί που ταιριάζει τέλεια στη χαραμάδα του αινίγματος ξέρουμε που κρύβεται. Kρύβεται βαθιά μέσα στους φόβους των γονιών του θύματος. Αυτοί ξέρουν. Οι γονείς πάντα ξέρουν. Πέρα από το δράμα που πρέπει να αντιμετωπίσουν, έχουν και το φόβο καταχωνιασμένο μες τα έγκατα του μυαλού τους. Αλλά αυτό δεν θα σ’ το αποκαλύψουν. Όχι γιατί δε θέλουν να σε βοηθήσουν οι κακόμοιροι, αλλά γιατί δε θέλουν αυτό που σκέφτονται να ‘ναι αλήθεια. Νομίζουν πως έτσι μπορούν να αλλάξουν τα γεγονότα και να εμποδίσουν την αλήθεια από το να υπάρχει.

Χρειαζόταν μια άλλη στρατηγική.  Ήρθε ξανά στο μυαλό του η σκηνή του εγκλήματος. Επτά μαχαιριές στην πλάτη. Αν έχεις λίγη φαντασία, εύκολα θα σχημάτιζες ένα αστερισμό, από αυτούς που έχουν ήδη ονομαστεί ή έναν καινούργιο ολότελα. Αλλά αυτές οι σκέψεις δεν βοηθάνε. Αν αρχίσεις να ψάχνεις συνδέσεις σε όλα, θα τις βρεις και δε θέλεις να γίνεις απ’ αυτούς τους κακόμοιρους που φτιάχνουνε ιστούς αράχνης στα μελαγχολικά διαμερίσματα τους και μετά παγιδεύονται οι ίδιοι μέσα σ’ αυτόν.

Οι σκέψεις τους διακόπηκαν άλλη μια φορά από την εικόνα του πτώματος. Ο εικοσιεπτάχρονος βρισκόταν μπρούμυτα στο κρεβάτι του, φορώντας μόνο το μποξεράκι του, μισοσκεπασμένος με το σεντόνι, όταν δέχτηκε επτά μαχαιριές στην πλάτη. Αυτό ήταν. Τίποτε άλλο. Η κλειδαριά δεν είχε παραβιαστεί, ο χώρος αν και ακατάστατος δεν είχε βανδαλιστεί. Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, όπως όλα τα κτίρια στο κέντρο της πόλης.

Η δολοφονία έγινε κάπου μεταξύ μία και τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Το θύμα είχε επιστρέψει κάπου στις εννέα το βράδυ απ’ τη δουλειά και έπεσε να κοιμηθεί γιατί είχε προγραμματισμένη μεταμεσονύχτια έξοδο με έναν φίλο του, απ΄αυτές που κανονίζουν οι νέοι. Δεν είχε εμφανιστεί στο νυχτερινό κλαμπ, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και ο φίλος του ανησύχησε. Κατά τις τρεις, έφυγε από το κλαμπ και πήγε στο διαμέρισμα του θύματος να δει τι συμβαίνει. Φαίνεται πως αυτός ο φίλος του θύματος είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος. Εκεί είδε μαχαιρωμένο το φίλο του, κατατρόμαξε, το ΄βαλε στα πόδια και όταν συνήλθε λιγάκι, βρήκε κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο, τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα και είπε όλα αυτά. Μετά έκλεισε το τηλέφωνο και δεν έχει δώσει από τότε άλλα σημεία ζωής.

Ο ντετέκτιβ μάζεψε ότι στοιχεία βρήκε στο χώρο, το κινητό τηλέφωνο του θύματος και ότι άλλο του φάνηκε σημαντικό. Έβγαλε τις απαραίτητες φωτογραφίες, έγραψε μια σύντομη έκθεση, συνομίλησε λίγο με τους γείτονες και γενικά ψαχούλεψε για οτιδήποτε θα μπορούσε να τον οδηγήσει αβίαστα στο δολοφόνο. Γιατί καμιά φορά τα πράγματα είναι τόσο εύκολα όσο τα χρειάζεσαι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον είχε πέσει εκτός. Είχε την ανάγκη μιας διαφορετικής στρατηγικής. Έπρέπε να αισθανθεί τον παλμό του κόσμου, τι έχει να πει η κοινή γνώμη για το συγκεκριμένο έγκλημα. Όλοι αυτοί που κάθονται στα καφενεία, πίνοντας το καπουτσίνο τους ζεστό, με σκόnη σοκολάτας ή καλύτερα κανέλας, όλοι αυτοί ξέρουν. Οι φήμες είναι ο καπνός που αφήνει πίσω της η φωτιά. Αν είσαι καλος μαέστρος και διευθύνεις με μαεστρία τα λόγια του κόσμου, θα την βρεις την άκρη.

Εξάλλου τον είχαν ξυπνήσει νωρίς, έφυγε βιαστικά απ’ το σπίτι, δεν πρόλαβε να φάει κάτι ή να πιει έναν καφέ.  Έτσι, αποφάσισε να κατευθυνθεί προς το καφέ Wien. Ωραία να αρχίζεις τη μέρα σου και μια υπόθεση με έναν καφέ. Γενικά είναι ωραία να αρχίζεις οτιδήποτε με ένα καφέ.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Αθήνα, και πάλι Αθήνα



Εμένα αυτή η πόλη με μαγεύει.
 
Με πείθει τόσο εύκολα να βάλω τ’ ακουστικά και να αρχίσω τις βόλτες. Στο κέντρο ή σε μια τυχαία στάση του μετρό. Το βράδυ ξανά από την αρχή γιατί κάθε ώρα της ημέρας τόσα αλλάζουν και αξίζει να τα δείς. Είναι που οι άνθρωποι ρέουν παρασυρόμενοι από το ποτάμι της καθημερινότητας τους και που οι καταστάσεις-παραστάσεις αλλάζουν διαρκώς, που κάνουν τούτο το τοπίο τόσο παροδικό και όμορφο.

Μετά βγάζω τα ακουστικά και αφιερώνομαι στους ήχους της πόλης, το σαματά των αυτοκινήτων, τις κουβέντες των περαστικών. Γιατί φράσεις τύπου «Έχω δει μια αργεντίνικη ταινία και ξετρελάθηκα. Ονομάζεται Το μυστικό στα μάτια της.» χαίρομαι πολύ να τις ακούω. «Την έχω δει και γω» απάντησα από μέσα μου. «Έχω δει και το Wild Tales, που είναι ακόμη πιο φοβερό.»

Μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο ή σε κάποια έκθεση βιβλίου και συνειδητοποιώ για χιλιοστή φορά πόσα πολλά βιβλία υπάρχουν. Οι άνθρωποι έγραφαν και γράφουν. Για άλλη μια φορά το παίζω συγκρατημένος και αγοράζω το πολύ δύο βιβλία.

Ψάχνω για καφέ. Μόλις κάποιο μαγαζί μου δώσει την υποψία ότι φτιάχνει καλό καφέ, μπαίνω μέσα και αρπάζω ένα. Μέχρι τον επόμενο.

Το βράδυ πάω σε θεατρική παράσταση. Η Χίμαιρα είναι sold out, οπότε θα ‘ναι πάλι του Μαρκουλάκη. Μ’ άρεσε τόσο πολύ το Sleuth, που με πήγε και σε όλες τις επόμενες παραστάσεις του. 

Πιο αργά, σε κάποιο μπαράκι για μπύρα. Κι ας κάνει κρύο έξω και ας είναι ο καιρός τσουχτερός. Δεν έχω πάει ξανά μόνος για ποτό. Λένε ότι άμα βγαίνεις μόνος, πάει να πει ότι ωρίμασες αρκετά. Εγώ πάλι νιώθω ότι σε κοιτάνε περίεργα: είτε είσαι τύπος μοναχικός, είτε παρανοϊκός, είτε ξινισμένος κριτικός σε κάποιο περιοδικό.
Αποφασίστε και συμπεριφερθείτε μου ανάλογα.

  Είναι ιδέα μου ή αυτή έχει γίνει της μόδας; Μάλλον φταίει ο Αστακός.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ο απροετοιμοθάνατος

Η ιστορία βασίζεται στα βιώματα ενός φανταστικού χαρακτήρα που ζει σε ένα πραγματικό κόσμο.


 Διαβάστε την ιστορία και εδώ:

Η τηλεόραση παίζει από ψες το ίδιο πράγμα. 

Λίγα είναι αυτά που δεν πρέπει να εμπιστεύεστε στη ζωή: και αν δεν είναι η ίδια η τηλεόραση, τότε σίγουρα είναι η τηλεόραση των νοσοκομείων. Άγνωστο το πότε θα σε εγκαταλείψει, θα ντυθεί στα μαύρα και δεν θα ανταποκρίνεται σε καμία από τις πιρουέτες που θα κάνεις με το τηλεχειριστήριο. Τότε θα μείνεις μόνος και έρμαιο των τεσσάρων και αφιλόξενων τοίχων. Γι’ αυτό την έχουμε συνέχεια ανοιχτή, μέρα και βράδυ, μόνο που χαμηλώνουμε λίγο την ένταση  όταν «πάμε» για ύπνο. (πού να πάμε και μεις, όλη μέρα σφηνωμένοι στο κρεβάτι είμαστε). Τέλοσπαντων. Άμα σας λέω ότι η τηλεόραση παίζει από ψες το ίδιο πράγμα, να με εμπιστεύεστε.

Έγιναν, λέει, κάτι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι. Στην αρχή ήταν είκοσι οκτώ, μετά πενήντα τρεις και σήμερα το πρωί έχουν περάσει τους εκατό. Οι νεκροί.
Άνθρωποι τρέχουνε στους δρόμους, τρομαγμένοι, τρομοκρατημένοι. Πρόεδροι σε απόγνωση. Τι ωραίες οι εποχές τότε που χες να τα βάλεις με το τέρας της οικονομίας. Τώρα, πρέπει να παλέψεις με το τέρας του πολέμου. Και αυτό είναι λερναία ύδρα.

Τo Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη. Το Ισλαμικό Κράτος λέει ότι θα υπάρξουν και άλλες επιθέσεις. Το Ισλαμικό Κράτος λέει ότι ευθύνεται , αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο οι Γάλλοι και η πολίτική τους στη Μέση Ανατολή. Ποινή και αντίποινα. Πόσο εύκολο θα ήταν, αν τα αντικαταστούσαμε με πείνα και αντίπεινα.. 

Και κάνουμε όλοι σαν τα μικρά παιδιά. Μου έκλεψες την μπάλα, θα σου κλέψω το αρκουδάκι. Μετά θα μου αρπάξεις τα στρατιωτάκια μου και αυτό θα συνεχιστεί μέχρι να σου πάρω όλα τα πράγματα σου, μέχρι να μου πάρεις όλα τα δικά μου. Τότε δε θα ξέρει κανείς ποιός είναι ποιος. Μέχρι που είστε διαθετειμένοι να φτάσετε, λοιπόν; 

Ο πρόεδρος έκλεισε τα σύνορα. Θέλει να κλείσει αυτούς απ’ έξω. Έκλεισε και μας. Ο πρόεδρος είπε πως αυτό είναι πόλεμος. Η τρομοκρατία δε θα νικήσει. Εμπρός λοιπόν, ας πάμε για τον τρίτο παγκόσμιο. Ας αφήσουμε αυτή τη βεντέτα μεταξύ μαφιόζων οικογενειών να συνεχίζεται. Γιατί περί αυτού πρόκειται, περί νίκης και ήττας.

Εμένα πρέπει να ρωτήσετε. Πρώτος όροφος, θάλαμος δεκαεπτά, ογκολογική κλινική. Ελάτε την ώρα του επισκεπτηρίου, όλοι εσείς οι Γάλλοι, όλοι εσείς του Ισλαμικού Κράτους. Ελάτε να σας πω πόσο αξίζει μια ζωή, γιατί μου φαίνεται πως χάσατε το ζύγιασμα. Είμαι τόσο κοντά στο θάνατο, που έχω βρει τη ρέουλα. Eίμαι τόσο κοντά στο θάνατο, που κοντεύω να καταλάβω τι θα πει Ζωή. Είμαι τόσο κοντά στο θάνατο, που ξέρω ακριβώς τη στιγμή που θα έχω τον τέλειο ορισμό για το τί είναι Ζωή: και αυτή θα είναι η στιγμή του θανάτου μου. Κρίμα που δε θα χω ψυχή να σας τον εξομολογηθώ. 

Όταν προσθέσετε άλλα πενήντα χρόνια στην πλάτη σας, και έρθετε να ξαπλώσετε στο διπλανό κρεβάτι του θαλάμου δεκαεπτά, θα δείτε πόσο αστεία θα σας φαίνονται όλα αυτά, όλες οι δικαιολογίες που προτάσσετε, όλες οι πράξεις, οι γκριμάτσες, οι φάτσες σας. Όλα.
Ξέρω ακόμα να σας πω αν υπάρχει, έστω ένας λόγος για τον οποίο ένας άνθρωπος να έχει το δικαίωμα να σκοτώσει έναν άλλο. Όχι. Δεν υπάρχει. Όσο και να ψάξετε δε θα βρείτε. Η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει. Όλα τα άλλα μπορεί να μην είναι ψεύτικα, αλλά σίγουρα είναι φτιαχτά. Ότι μας επιτρέπει η ζωή να φτιάξουμε. Τίποτα φτιαχτό δεν πρέπει να είναι πάνω από κάθε τι πραγματικό.

Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο σοβαρό, που να μην είναι αστείο..

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς

http://media-org.feed.gr/filesystem/images/20151204/low/pegasus_LARGE_t_1581_106760325.JPG 
Μια ταινία αρχίζει με την αφίσα της. Καμιά φορά δυσκολεύομαι να ανακαλέσω τον τίτλο της, αλλά η εικόνα έρχεται στο μυαλό μου σε χρόνο που δεν μπορώ καν να προσδιορίσω. Αυτό είναι κάτι που δε θα καταφέρει ποτέ ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής: να τρέχει δηλαδή μια εικόνα πιο γρήγορα από μια λέξη.
Οπότε, ο Νοτιάς ξεκινάει με το εξώφυλλο του, το οποίο ήταν αρκετό για να με πείσει να πάω σινεμά. Η ταινία έχει όλα όσα υπόσχεται: έντονα χρώματα, όμορφες σκηνές, έξυπνες ιδέες και ατάκες άτσαλα πεσμένες σαν πιόνια πάνω στην σκακιέρα της ελληνικής κοινωνίας περασμένων δεκαετιών. Και μια Νότια Αμερική, ανοικτή κολόνια, εξατμίζεται και κατακλύζει το χώρο.
Αν πάλι ψάχνεις για πλοκή, δε θα την βρεις εδώ. Κάθε φορά στο σινεμά, και όχι στις ταινίες σπίτι, με πιάνει μια ανησυχία για το τι πάει να πει ταινία και τι κάνει μια ταινία να είναι πράγματι ταινία.
Σίγουρα μια καλή ταινία είναι αυτή που σε παρασύρει στον κόσμο της, σε αποσυνδέει από την πρίζα του εαυτού σου, σε κάνει να ξεχάσεις τι έκανες πριν ή τι θα κάνεις μετά. Είναι σαν να μεταφέρεσαι σε ένα τρίτο χώρο, όπου ο χρόνος κυλάει αλλιώς. Για να γίνει αυτό βέβαια, πρέπει να έχεις και συ τη διάθεση να πέσεις θύμα απαγωγής.
Στο Νοτιά, μπορώ να πω ότι έχασα τον εαυτό μου για λίγο, αν και επανήλθα από το κώμα δυο ή τρεις φορές. Άρα θα μπει στο δοχείο με τις καλές ταινίες.

Αν είναι κάτι που μου υπενθύμισε η ταινία είναι ότι οι μεγάλες προσωπικότητες πάντα θα με συγκινούν, μάλλον γιατί κατάφεραν αυτό που οι περισσότεροι δεν μπορούν. Ο Ωνάσης μπλέκεται και αυτός στις κλωστές της ταινίας και ο θάνατος του με αγγίζει όσο και η γνωστή πεταλούδα της θεωρίας του χάους αγγίζει τον τυφώνα ή τον νοτιά..  






Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

David Bowie

Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι, γίνομαι αστροναύτης, επιπλέω στο κενό. Και είμαι τόσο μακριά από τη Γη και όλα γυρίζουν τόσα αργά. Αυτό το κόλπο πάντα πιάνει.

Βρισκόμουν στην κλινική και εξέταζα ένα ασθενή. Κάπου στο βάθος ακουγόταν μια τηλεόραση. Αυτό ήταν αρκετό.




Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Μίκρο ή Μικρό

Διαβάστε την ιστορία και εδώ:
http://thecarobtree2347.blogspot.gr/2016/01/blog-post.html

***
«Μικρο» είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο.
Όλα αυτά δεν σ’ τα μαθαίνουν κατά την εκπαίδευση σου. Ο ντετέκτιβ Μουνιόθ το συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο, με κάθε νέα υπόθεση που αναλάμβανε.
Άριστα. Αυτό έγραφε το χαρτί που του έδωσαν στο τέλος της εκπαίδευση του. Είχε προσπαθήσει πολύ γι’ αυτό, είχε περάσει νύχτες ξάγρυπνος διαβάζοντας, αποστήθιζε ολόκληρες υποθέσεις, ήξερε την κάθε λεπτομέρεια που οδήγησε στην εξιχνίαση του εγκλήματος.
Ωστόσο, όταν ανέλαβε την πρώτη του υπόθεση, τα βρήκε σκούρα. Πολύ σκούρα. Και έτσι παρέμειναν και στις επόμενες. Προσπαθούσε πολύ.  Έκανε όσα του είχαν μάθει, ακολουθούσε την υπόθεση σε όλες τις σκονισμένες γωνίες της.  Όμως πάντα του έλειπε κάτι: η εξιχνίαση. Αυτό  το τράβηγμα της κουρτίνας που θα αποκάλυπτε τη μη διαμελισμένη γυναίκα, η οποία προηγούμενως βρισκόταν μέσα στο μάυρο κουτί και το οποίο είχε δεκτεί τις σπαθιές σε όλα τα πλάτη και τα μήκη.
Αφού το γυρόφερνε για κάποιες μέρες, οι παλαιότεροι του τμήματος άρπαζαν το φάκελο από τα χέρια του, έριχναν μια ματιά, χμουχμούγκριζαν λιγάκι, κάτι ψέλιζαν και  την επόμενη μέρα, κατά τας γραφάς, γέμιζαν εξώφυλλα με τη φάτσα τους και τον συλληφθέν δολοφόνο. Ήταν τόσο απλό για αυτούς.
Το μηδέν είναι ένα νούμερο πολύ ντροπιαστικό για σύνολο εξιχνιασμένων υποθέσεων. Και αν αναναλογιστείς ότι βρισκόταν στις μηδέν από τις εννιά υποθέσεις που είχε αναλάβει, είχε μήδεν τις εκατόν επιτυχίες και εκατό τις εκατό αποτυχίες. Διαλέγεις και παίρνεις.
Τώρα, βρισκόταν στα σκαριά μιας νέας υπόθεσης και δεν είχε την παραμικρή ιδέα από που να αρχίσει. Ας ήξερε τουλάχιστον που να τελειώσει, αλλά ούτε αυτό. Είχε επισκεφτεί το χώρο του εγκλήματος, είχε καταγράψει και φωτογραφήσει κάθε στοιχείο, η αναφορά του ήταν αψεγάδιαστη. Δεν σήκωνε αντιρρήσεις για το τελευταίο.
Τώρα είχε τρεις επιλογές. Να αρχίσει ένα ατελειώτο, αλλά και αδιέξοδο κύκλο ανακρίσεων. Σιχαινόταν αυτή τη διαδικασία.  Έπρεπε να ανακρίνει κάθε συγγενή του θύματος, κάθε γνωστό, κάθε περαστικό, κάθε μύγα που έτυχε να περάσει από τη σκηνή του εγκλήματος ψάχνοντας γεύμα. Σιχαινόταν αυτή τη διαδικασία.  Άνθρωποι ασχροί, βουτούν κάθε λέξη τους μέσα στο ζεστό φλιτζάνι του ψέματος, την αφήνουν να μουλιάσει και μετά στη σερβίρουν. Το κάνουν με τόση ευχαρίστηση. Θέλουν απλά να δουν τη γεύση που αφήνει το ψέμα τους στα χείλη σου, να σε δυσκολέψουν, να σε μπερδέψουν, να μπερδέψεις τα πόδια σου και να πέσεις κάτω να φας τα μούτρα σου. Αυτό θέλουν.
Η δεύτερη επιλογή ήταν ακόμη χειρότερη. Να ζητήσει τα φώτα των ανωτέρω ν του και να υποστεί τα βλέμματα τους που θα μοιάζουν σαν να έχουν δει ένα πληγωμένο κουτάβι με τα μάτια του βουρκωμένα και υγρά.
Και μετά ήταν αυτό το τηλεφώνημα που δέχτηκε. Φαίνεται πως κάποιος ήθελε να του υποβάλει το πώς να διαχειριστεί την υπόθεση. Η μοναδική λέξη που άκουσε μεταξύ του ήχου κλήσης του κινητού του και του τριπλού μπιμ που ακούγεται όταν σου κλείνουν το τηλέφωνο ήταν αρκετή ώστε να του άναψει το φυτίλι.  Αναρωτιόταν αν ήταν καλή ιδέα να ακολουθήσει τη σπίθα προς το δυναμίτη. Πάντα υπάρχει το ενδοχόμενο όλο αυτό να εκραγεί και σίγουρα δε θα ήθελε να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Γιατί όσο προετοιμασμένος και να οδεύεις προς μια παγίδα, αυτή δεν πάυει να είναι παγίδα.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Σ' αυτές τις εκλογές τα πράγματα είναι πιο εύκολα...

Στις προηγούμενες εκλογές, το δίλημμα στο οποίο είχε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός ήταν: Μνημόνιο ή Όχι Μνημόνιο.

Ο ελληνικός λαός διάλεξε τη δεύτερη οδό, η οποία απέτυχε. Κατά τη γνώμη μου, έπρεπε να οδηγηθούμε σε εκλογές τον Ιούλιο, γιατί υποτίθεται ότι ο κ. Τσίπρας δεν είχε τη λαϊκή εντολή για ένα νέο μνημόνιο. Ωστόσο το υπέγραψε. (Σε εκλογές έπρεπε να οδηγηθεί και η Κύπρος πριν το κούρεμα καταθέσεων γιατί ο κ. Αναστασιάδης δεν υποσχέθηκε κάτι τέτοιο στην προεκλογική του εκστρατεία. Αλλά δυστυχώς δεν ψηφίζουμε πρόγραμμα ή στρατηγικές, αλλά ανθρώπους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να μεταμφιέζονται όπως θέλουν.)

Οπότε οδηγούμαστε στις νέες εκλογές του Σεπτέμβρη, όπου οι επιλογές μας είναι: Μνημόνιο ή Μνημόνιο. Και εδώ πρέπει να συγκεντρωθούμε. Δεν επιλέγουμε πρωθυπουργό σε αυτές τις εκλογές, αλλά εφαρμοστή μνημονίου.

Άρα τώρα ο ελληνικός λαός έχει να διαλέξει ποιος από τους δυο θα εφαρμόσει όλα αυτά τα μέτρα. Και αυτή η επιλογή, κατά τη γνώμη μου, είναι εύκολη.

Καταλαβαίνω την πικρία που νιώθει κανείς, γιατί αναμέναμε πολύ διαφορετικά πράγματα αλλά δεν πρέπει να αφήσουμε όλο αυτό να επηρεάσει την επιλογή μας σε αυτές τις εκλογές, οι οποίες δεν μας δίνουν καν επιλογές. Γιατί καμιά υποψηφιότητα δε δίνει μια ρεαλιστική απόδραση από αυτήν την κατάντια, την οποία κάποιοι ονομάζουν πρόοδος.

Αποκλείεται η πρόοδος, η εξέλιξη, ο 21ος αιώνας να είναι μονόδρομος. Αυτοί προσπαθούν να χωρέσουν όλες τις χώρες στο ίδιο καλούπι, και μεις πιστεύουμε ότι αν δεν χωρέσουμε θα είμαστε οπισθοδρομικοί.

Πιστεύω ακόμα, ότι θα έπρεπε να εκλέξουμε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μια οικουμενική κυβέρνηση δε βλέπω να έχει μέλλον, ειδικά αν είναι μέσα ο Συριζα, και δε νομίζω να είναι όσο αποτελεσματική όσο πρέπει. Αλλά έτσι όπως είναι το πολίτευμα είναι δύσκολο να το πετύχεις αυτό.

Αν πάλι θέλουμε να ψηφίσουμε πρωθυπουργό, ίσως θα πρέπει να περιμένουμε αρκετά χρόνια ακόμα.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Τώρα που κόντυναν οι μέρες...

Κάπου στα 700 km απέχουν η Κύπρος με την Κρήτη. Δηλαδή ούτε ημισφαίριο δεν άλλαξα, ούτε τους κύκλους των μεσημβρινών και των παράλληλων τάραξα πολύ με την τελευταία πτήση μου. Θέλω να πιστεύω πως το Γκρίνουιτς είναι ακόμα στη θέση του, γιατί είναι πολλά τα πράγματα που αλλάζουν γύρω μας, και αν εσύ δεν μπορείς να το δεις είναι επειδή η παγκόσμια κατάσταση είναι απελπιστική ως συνήθως, που θα 'λεγε και ο Τομ Ρόμπινς.

Κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω από το προηγούμενο νησί, το κάπως πιο μεγάλο, όταν συνειδητοποίησα ότι φορούσα το ίδιο μπλουζάκι τις μονές μέρες του μήνα και ένα άλλο μπλουζάκι στις ζυγές. Αυτά παθαίνεις όταν η μάνα σου πλένει τα ρούχα κάθε μέρα. Όταν επιστρέφω σπίτι για τις διακοπές, η μάνα μου κάνει μια στοίβα τα ρούχα μου μέσα στο ντουλάπι, και όποτε είναι να ντυθώ, αρπάζω πάντα τα επάνω επάνω. Σκαρτάρω το ένα μπλουζάκι, αρπάζω ένα άλλο, μέχρι την επομένη όμως έχει προλάβει να πλύνει τα της προηγούμενης και βάζει τα καθαρά πάλι στην κορυφή της στοίβας. Και πείτε μου εάν όλο αυτό δε σας θύμισε τον Σίσυφο..

Γι' αυτό οι μέρες μοιάζουν κοντύτερες εδώ, γιατί έχω να σκουπίσω, να σφουγγαρίσω, να φτιάξω φαγητό και μετά να πλύνω έναν κατεβατό. (Παράπονο: σε τόσα shows μαγειρικής που έτυχε να δω, δεν είδα ποτέ κανένα να πλένει τα πιάτα. Αλλά θα μου πεις η μαγειρική είναι τέχνη, το πλύσιμο των πιάτων όχι. Και θα σου απαντήσω: Αν εξαντληθούν όλα τα πιάτα στον κόσμο, θα μείνεις μόνος με τη τέχνη σου, και άντε να τα βρείτε)

Μπορεί να έχω καιρό να γράψω εδώ, αλλά είναι πολλά που μου έρχονται κατά καιρούς και με πνίγουν να τα γράψω. Το ότι δεν το κάνω, δε σημαίνει κάτι. Αλλά στις μέρες μας είναι τόσοι πολλοί αυτοί που πετάγονται και όλο έχουν κάτι να πουν, που καμιά φορά με κρατάει λίγο πίσω εμένα. Γιατί όποιος μιλάει συνέχεια γιατί νομίζει ότι του απευθύνουν το λόγο, δε πάει να πει ότι σκέφτεται και συνέχεια.

Το να γράφεις σε blog είναι σαν να ουρλιάζεις σε ένα τοίχο. Ο τοίχος ούτε θα σε ακούσει ούτε θα σου απαντήσει, αλλά αν είναι στέρεος μπορείς να ακουμπίσεις πάνω του και καμιά φορά να στηριχτείς. 

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Κουβάδες με νερό

Βρισκόμουν σε μια σύναξη φοιτητών του Erasmus σε μια τρύπα στη Θεσσαλονίκη που πουλάει φτηνή μπύρα. Απλώνονται όλοι λοιπόν οι ξένοι στο πεζοδρόμιο, γκραπώνουν μια μπύρα, καπνίζουν τα τσιγάρα τους.

Είναι εντυπωσιακό πως καταφέρνουν σε μικρό σχετικό διάστημα να υιοθετήσουν τα ντόπια καλούπια. Και εκεί που τέτοια ώρα, θα βρίσκονταν κλειδαμπαρωμένοι κάπου, εδώ είναι στα πεζοδρόμια, πίνουν και φωνάζουν.

Κάπου εδώ όμως τα πράγματα αρχίζουν και συγχέονται. Γιατί μπορεί στην Ελλάδα τα πράγματα να μένουν ανοικτά μέχρι αργά, αλλά δεν διασκεδάζουμε και κάτω από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών.

Και ξαφνικά έρχεται πάνω στα κεφάλια μας ένας κουβάς νερό. Φτηνά τη γλιτώσαμε με κάτι σταγόνες.

Ύστερα ήρθε άλλος ένας.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Οικονομική Σύναξη

Αν έβαζα κάτι παιδιά από την παλιά μου γειτονιά ή και τη δικιά σου, θα τα κατάφερναν καλύτερα.

Καμιά φορά απορείς πόση προσπάθεια χρειάζεται για να πράξει κανείς σύμφωνα με τη λογική. Ενώ θα έπρεπε να ήταν ποταμός να παρασέρνει.

Τελικά, το μόνο εύκολο είναι να συμπεριφέρεσαι όπως σου επιβάλουν τα δεσμά σου. Αυτά που σου βάζουν, αλλά και αυτά που εσύ βάζεις στον εαυτό σου. 

Είναι δύσκολο να πείσεις κάποιον ότι υπάρχει και άλλος δρόμος, ειδικά αν δεν τον έχει διαπιστώσει πριν από σένα. Αλλά και πάλι, θα επιμείνει.

Αυτό που με τρώει είναι γιατί είμαστε τόσο δύσπιστοι που επιμένουμε ακόμα και στα λάθη μας.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Η κυρά Κατίνα

Άναψε τσιγάρο. Ξεφύσηξε.

Είχα χάσει το μέτρημα. Εξάλλου, λίγο έχανα την προσοχή μου, γύριζα από την άλλη να πάρω λίγο αέρα και αυτή προλάβαινε να χώσει άλλο ένα στο στόμα, να το ανάψει και να ρουφήξει το μισό.
Ρούφαγε με τόσο πάθος. Και καθώς ξεφυσούσε με το ίδιο πάθος, γύριζε το κεφάλι δεξιά και αριστερά σαν να ζωγράφιζε κάτι με τον καπνό στον αέρα.  Ή απλά ήθελε να γεμίσει όλο το χώρο με καπνό, να ασφυκτιώ να μπορεί να αναπνέει.

Θα ‘ναι καλά εξήντα. Κάπου εκεί τη βάζω.

Μας έλεγε για κάτι μοναχές. Καθώς είναι νύχτες που δεν κοιμάται καθόλου, κάθεται στη βεράντα με τις ώρες. Τις ακούει που ξυπνάνε το πρωί. Σηκώνεται η μία και κτυπάει τη μικρή καμπάνα για  να ξυπνήσουν και οι υπόλοιπες, να συναχτούν για  την πρωινή προσευχή και να προγευματίσουν. Μας έλεγε, πως μία από αυτές τις μέρες σκεφτόταν να κατέβει στο μοναστήρι, και να ρωτήσει την πρώτη μοναχή που θα βρει μπροστά της: Αφού έξι είστε όλες και όλες γιατί δεν σκουντάτε η μια την άλλη να ξυπνήσετε και παίζετε κάθε χάραμα την ευλογημένη την καμπάνα;

Δεν νομίζω να τα είχε με την Εκκλησία. Απλά το θεωρούσε ακατανόητο που αυτές οι έγκλειστες το έπαιζαν και Αγίες. Διάλεξαν ένα δρόμο εύκολο, πήραν χωράφια έτοιμα, στρωμένα. Και τι χωράφια! Ολόκληρο βουνό και τα περίχωρα. Που να ξέρουν αυτές τι θα πει να φτύσεις αίμα για να αποκτήσεις ένα χωράφι για να χεις να το σπέρνεις; Και αν πέσει ξηρασία, θα σφίξεις το ζωνάρι και αυτή την χρονιά και θα ελπίζεις η επόμενη χρονιά να είναι πιο τυχερή. Σ΄ αυτές θα τα στείλει όλα έτοιμα η ενορία. Και αν έχουν και περίσσευμα από τις καλλιέργειες τους, θα κατέβουν στο χωριό για να πουλήσουν. Δωρεάν στους φτωχούς, ούτε λόγος.

Ούτε ξέρουν τι θα πει να έχεις άντρα. Να σηκώνεσαι χαράματα, ν’ αρχίζεις τον αγώνα. Να πλένεις, να συγυρίσεις, να ξεσκονίσεις, να μαγειρεύεις. Και όλα αυτά, όχι για εσένα αλλά για τον άντρα του σπιτιού.
Και μετά, δεν ξέρουν τι θα πει να έχεις παιδιά. Όλα ξανά από την αρχή γι’ αυτά. Τίποτα να μην τους λείψεις.  Όλα αυτά γι’ αυτούς και στο πολύ τέλος για εσένα.

Μα δεν είχε παράπονο. Δεν είχε.

***
Τα τραγούδια. Ότι έπαιζε η ταβέρνα, το ήξερε. Ακολουθούσε κάθε στίχο με τα χείλια της. Από Βιτάλη σε Κανά και ύστερα Μπέλλου.

Στο σόι της υπάρχουν πολλοί καλοφωνάρηδες. Θα μπορούσε κάλλιστα να περπατάει πάνω σε πίστες αθηναϊκές. Τον τσαμπουκά τον είχε. Να σέρνει τα ζεϊμπέκικα, να τα χορεύει τα χασάπικα, να κάνει τον υπόλοιπο κόσμο να χορεύει, να πίνει, να βρωμάει.

Και δεν ξέρω τι ήταν αυτό που την κρατούσε σφιχτά καθηλωμένη στην καρέκλα. Πόλεμοι, φασίστες, κούμμουνοι, χούντες, κραχ και πατατράκ. Όλα τα έζησε, όλα τα πέρασε.

«Τι είναι αυτό που σε κρατάει σφιχτά καθηλωμένη στην καρέκλα σου; Γιατί δεν σηκώνεσαι να ρίξεις μία γύρα, ένα βαρύ ζεϊμπέκικο.
Αυτός ο εικοστός ο πρώτος ο αιώνας καθόλου δεν σου έκατσε. Από όλα όσα πέρασες, λίγο έλειψε να φύγεις από έναν απλό πυρετό.
Τον πυρετό των συμφερόντων, που έχουν οι κουστουμιάρηδες με τις ριγές γραβάτες, τις ακριβές κολόνιες, τα αστραφτερά μαλλιά, το ύπουλο χαμόγελο, τα λόγια-υποσχέσεις,  με τα τόσα ψέματα τους και τα άδεια τους τα σώβρακα.»

Αλλά αυτή ήταν ακόμη εδώ. Σ’ αυτήν την ταβέρνα με το κρασί στο χέρι και το τσιγάρο στ’ άλλο, με τα μάτια ν’ αστράφτουν σε κάθε ρουφηξιά.

Γιατί αν με ρωτάτε εμένα, όλη η ιστορία της Ελλάδας επέρασε μέσα από τα μάτια αυτή της κυρίας που έτυχε να γνωρίσω σε ετούτη την ταβέρνα. ‘Η καλύτερα η κυρία αυτή ήταν η ιστορία της Ελλάδας αυτοπροσώπως. Με το ρυτιδιασμένο μέτωπο , τα τσακισμένα μάτια, τη βαριά ανάσα που βρωμάει τσιγαρίλα.


Τι κάθεσαι ακόμα ρε μάνα;



Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Όταν νιώθω άσχημα, ξαπλώνω στο πάτωμα. Είναι που θέλω να έχω επαφή με τη γη. Ποια γη δηλαδή; Όση γη μπορείς να νιώσεις στο πάτωμα ενός διαμερίσματος.

Σήμερα είναι μια από αυτές τις μέρες.

Ίσως είναι καλύτερα να μην γράψω για όλα αυτά που σκέφτομαι.

Έχω ένα φορτίο στην πλάτη. Το κουβαλάω πάντα μαζί μου. Και επειδή δε θέλω να το βλέπουν οι άλλοι, κρατάω και άλλα φορτία πάνω μου. Βάζω ότι μπορώ και καμουφλάρομαι.

Τις περισσότερες ώρες τη μέρας, τις περισσότερες μέρες του μήνα, τους περισσότερους μήνες του χρόνου είμαι καλά. Γεμίζω το πρόγραμμα μου, να χω πάντα κάτι να κάνω.
Μα πάντα έρχεται ένα βράδυ που μένω μόνος, που με εγκαταλείπουν όλα τα πράγματα που έχω να κάνω.

Μακάρι να μπορούσα να το βαφτίσω πρόβλημα. Θα έβρισκα έτσι κάποια λύση.
Αν ήξερα κάποιον που έχει τη λύση, θα πήγαινα να του χτυπήσω την πόρτα.

Αυτός ο πλανήτης από που έρχεται και που πηγαίνει; Και γιατί μας γυροφέρνει μαζί του;
Τι ναι αυτό που μας γεννά; Τι είναι αυτό που μας τρώει;

Περπατώ και βλέπω θάνατο. Κλείνω τα μάτια και βλέπω θάνατο.

Δε με πειράζει που δεν ξέρω γιατί ζούμε. Με πειράζει που δεν ξέρω τι είναι αυτό που μας ωθεί να ζούμε.
Γιατί αν είμαστε τάχατες όντα καταθλιπτικά, τότε γιατί κανένας μας δεν αυτοκτονεί; 

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Oυρανογραμμή στο Μανχάταν



Οι άνθρωποι βρήκαν αυτό το νησί και αποφάσισαν να κτίσουν τα πιο ψηλά κτίρια απάνω του.  Ίσως θα σκέφτηκαν πως θα ήταν υπερθέαμα.  Ίσως ήθελαν να δοκιμάσουν τις αντοχές του νησιού.
Ναι, σίγουρα θα πονέσεις τον αυχένα σου, αν ποτέ επισκεφτείς το Μανχάταν. Εδώ, γεννιέται και η τρίτη διάσταση. Δεν χρειάζεται μόνο να κοιτάς αριστερά και δεξιά σαν διασχίζεις τις διαβάσεις, πρέπει να κοιτάς και προς τα πάνω, για να μη χάσεις αυτούς τους επιβλητικούς ναούς που κρέμονται από πάνω.
Δύο μπορεί να συμβαίνουν. Είτε είσαι μέσα σε ταινία, είτε οι ταινίες κλείνουν μέσα το θέαμα αυτό και σε κάνουν να πιστεύεις το αντίθετο. Ότι δηλαδή είναι η ταινία που φτιάχνει το θέαμα, και όχι το θέαμα την ταινία.
Καθώς κοιτώ την γραμμή που διαγράφουν οι σιλουέτες τον κτιρίων, είναι να απορεί κανείς πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στοιβαγμένοι μέσα σ’ αυτά, και τι κάνουν τη δεδομένη στιγμή, κάτι σημαντικό ή κάτι ηλίθιο, πόσοι απο αυτούς είναι ευτυχισμένοι.
Και είμαι σίγουρος πως έστω και ένας θα κάνει κάποιο διάλειμμα. Θα στέκεται με τον καφέ στο παράθυρο κάπου σε ένα όροφο πεντηκοστό και θα αγναντεύει τον ορίζοντα, τον δικό μας, γιατί το δικό του τον αγναντευουμε εμείς, και θα δειρωτάται και αυτός αν είμαστε ευτυχισμένοι.

Αναρωτιέμαι αν ζούσα σε μια πόλη σαν και αυτή, και δούλευα στον όροφο 50, αν έπαιρνα τη θέση αυτού του τύπου που τόσο πολύ θέλω να ερωτευθώ, πως θα ήτανε τα πράγματα και πως θα τα έβλεπα. 

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Βόλτα στο λιοπύρι



Εδώ και λίγες μέρες ο ήλιος σε καίει. Σε διαπερνάει, σαμπώς και δεν σε υπολογίζει. Ήθελα να πάω βόλτα. Αγόρασα καφέ από ένα μοντέρνο καφεδοπωλείο. Το γκαρσόνι εκεί με χαιρέτησε και με ευχαρίστησε. Δεν τον ξέρω, δεν με ξέρει. Τον χαιρέτησα.
Ακολούθησα την ίδια πορεία, όπως και την περασμένη εβδομάδα, όπως και την πρόπερασμενη. Και ήταν όλα τόσο ίδια. Ποιος μου εγγυάται ότι έχω πάει τη διαδρομή αυτή τρεις φορές και όχι μία;

Οι γέροι σήμερα δεν πήγαν στα καφενεία. Έμειναν σπίτι να φάνε ψητό. Καλός είναι και ο καφές του σπιτιού. Και οι φοιτητές έμειναν σπίτια τους. Ίσως κατεβούν αργότερα, όταν θα δροσίσει λίγο. Ή μπορεί να διαβάζουν.

Στο πάρκο δύο-τρεις παρέες κάθονταν στο γρασίδι. Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήτανε ξένοι. Έπαιζαν κάποιο παιχνίδι με πέτρες. Πιο κάτω κάτι ντόπιοι κάθονταν σε καρέκλες.

Μετά πέρασα από κάτι στενά. Είναι πόλη αυτή που ζω;

Το ξενοδοχείο έχει απ' έξω κάτι ρολόγια. Έμαθα την ώρα στη Νέα Υόρκη και το Τόκυο. Τι να κάνουν άραγε οι άνθρωποι εκεί πέρα μακρυά;

Καθ' όλη τη διάρκεια της περιπλάνησης μου άκουγα το "Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί". Από την αρχή μέχρι το τέλος. Όλο.

Θυμήθηκα τότε είχα πάει Κολωνία. Ήτανε Σεπτέμβρης. Τριγύριζα σε κάτι εμπορικούς δρόμους. Ψιλόβρεχε. Μετά πλάι στο ποτάμι, μετά πάνω απ' το ποτάμι. Αργά το απόγευμα αρχίζανε οι μπύρες. Ήταν ωραία.

Θυμήθηκα τότε που είχα πάει Αθήνα. Όχι πριν το Πάσχα. Αλλά τον Οκτώβρη. Η Σχολή μας έκλεισε για μια βδομάδα. Θυμήθηκα τις βόλτες, τα μετρό, που άκουγα τα ίδια τραγούδια.

Θυμήθηκα τότε που είχα πάει Θεσσαλονίκη. Μετά την εξεταστική του Φλεβάρη. Για να λατρέψεις μιαν πόλη πρέπει να την περπατήσεις και μόνο σου. Εκείνη τη φορά έχασα την ευκαιρία. Είμαι σίγουρος για την επόμενη.

Όταν περπατώ, με τα ακουστικά στα αυτιά, κοιτάζω τους άλλους περαστικούς στα μάτια. Κάποιοι νομίζω με χαιρετάνε. Έτσι θέλω να πιστεύω. Και όταν τύχει και περάσει κανείς με ακουστικά στ' αυτιά νομίζω τον χαιρετάω και γω. Γιατί ακούμε το ίδιο τραγούδι.

Οι άνθρωποι κάτι τέτοιες μέρες σαν και αυτή, μου θυμίζουν πως τους αγαπάω.

Και θα 'μαι σε λίγους μήνες εδώ για να σας πω για τα επόμενα ταξίδια που θα έχω κάνει.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Angelina Jolie

Είναι φορές που αισθάνεσαι κάτι που δεν μπορείς να το εκφράσεις με λόγια.
Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν μπορείς να τα εκφράσεις με λόγια.
Γιατί αν τους δώσεις όνομα, τότε σημαίνει ότι κάποτε θα υπάρξουν ξανά, τα ίδια και απαράλλακτα.

θα σας δώσω μια μικρή ιδέα.
Δε νιώθω κάτι μεγαλοπρεπές, δεν είμαι συνεπαρμένος.
Μα ούτε είμαι κλειστός σε μπουντρούμι. Είμαι καλά.
Δεν έχω διάθεση να γράψω, μα ούτε και να κοιμηθώ.

Τις τελευταίες μέρες η καρδιά μου δεν μου τα λέει καλά. Η καρδιά μου, το όργανο, η αντλία. Μη νομίζετε κάτι άλλο. Μου δίνει την εντύπωση ότι κτυπάει πιο δυνατά από άλλες φορές. Ίσως θέλει να μου υπενθυμίσει ότι κτυπάει, ότι είμαι θνητός.

Μα το ξέρω αυτό. Το ξέρω.

Νιώθω πως το στήθος μου είναι έτοιμο να σχιστεί στη μέση και να με καταπιεί.
Πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει αυτή η καταπακτή;

Αυτή η ανάρτηση μοιάζει ατελείωτη. Βασικά δεν έχει αρχίσει, για να νιώθω πως πρέπει να την τελειώσω.
Δεν θυμάμαι τι ήθελα να πω.
Ίσως ότι νιώθω τρωτός.
Είναι η πρώτη φορά.



Υ.Γ. Ο τίτλος είναι εντελώς άσχετος. Απλά πριν λίγο είχα δει τη Μαλεφιασιανή και είχα την ανάγκη να χρησιμοποιήσω μια πρωταγωνίστρια, που δε θα παρουσιαζόταν ποτέ στο έργο.


Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Δύο τρίτα

Το ένα τρίτο το έχω.

Διαβάζω σε καθημέρινή βάση. Έχω καλύψει τεράστιο μέρος της ύλης και τώρα, κάνω κάποια κεφάλαια επανάληψη. Λίγο γενική χειρουργική, λίγο γενική παθολογία και ειδική παθολογοανατομία για συμπλήρωμα. Έχω αφήσει λίγο τη φαρμακολογία πίσω, μα θα επανέλθω.
Τις τελευταίες εβδομάδες, περνάω ελάχιστες ώρες στη Σχολή, έχουν τελειώσει σχέδον όλα τα μαθήματα αρκετά νωρίς (η εξεταστική είναι σε 3-4 εβδομάδες). Τρεις φορές τη βδομάδα κάνουμε τους τουρίστες στο νοσοκομείο, κάνουμε και ένα εργαστήριο με κάτι μικροσκόπια. Αυτά.
Όλα θα πάνε σύμφωνα με το πρόγραμμα και ελπίζω σύντομα να αποκτήσω καλύτερο ρυθμό για τις εξετάσεις.

Τα δύο τρίτα τα έχω.

Ωστόσο, έχω αρκετό χρόνο και για μένα. Πηγαίνω τις βόλτες μου, έκανα ήδη τις πρώτες βουτιές στη θάλασσα. Επειτά, βγαίνω συχνά για καφέ, ποτό, ταβέρνα. Έχω χρόνο να μαγειρέψω, να δω ταινία, να ακούσω λίγη μουσική, να διαβάσω κάτι απ' τον Μπόρχες. Έχω ακόμα χρόνο για να ξαπλάρω στον καναπέ χωρίς να κάνω τίποτα.

Αυτό το τρία τρίτα.

Όλα ακούγονται τόσο καλά και ισορροπημένα. Αλλά πάντοτε θα υπάρχει ένα αλλά. Μου λείπει το τρίτο κομμάτι του εαυτού μου. Αυτό που σας γράφει τώρα.

Η μαρτυρία του τρία από τα τρία

"Είναι σαν να με πνίγουν τα άλλα δύο τρίτα. Θέλουν να με θάψουν ζωντανό. Συγγνώμη που δεν είμαι πρακτικός. Απαιτώ και γω λίγο από τον χρόνο σου. Θέλω το σώμα σου και το μυαλό σου. Ολοκληρωτικά. Θέλω να καθίσουμε μαζί στη βεράντα. Να σου ρίχνω σκέψεις δολώματα, και συ να αρχίζεις να σκέτεσαι διάφορα, να παίρνεις το χαρτί, να γράφεις μυθοπλασίες, να σκαρφίζεσαι, να σκιαγραφείς καινούργιους χαρακτήρες. Είναι καλοκαίρι και θα χει δροσερό αεράκι τις νύχτες. Θα σου φτιάξω και παγωμένο καφέ. Εξάλλου χωρίς εμένα, κάτι θα λέιπει, θα νιώθεις λειψός."

Η απάντηση των δυο τρίτων (Η συμμαχία των δύο τρίτων)
"Εννοείς πως θέλεις να είσαι από πάνω  μας όλη την ώρα. Να τον βάζουμε να σκέφτεται συνέχεια για το τι θέλει να γράψει, πως θα πρέπει να λύσει το μυστήριο ο ήρωας του, αν πρέπει να είναι ξανθός ή μελαχρινός. Όχι μόνο το βραδάκι στο μπαλκόνι, αλλά και το πρωί, μόλις ξυπνήσει, στη διαδρομή με το λεωφορείο, στο μάθημα, την ώρα του γεύματος, την ώρα του διαβάσματος. Να φέρει αυτό το φορτίο επάνω του. Ναι, δεν είσαι καθόλου πρακτικός. Περισσότερο θα το λέγαμε χώρο- και χρονο- κατακτητικός. Καλύτερα χωρίς εσένα, καλύτερα λειψός."

Επίλογος

Είχα την εντύπωση ότι κανένα "ένα τρίτο" δεν έχει περισσότερη αξία από ότι το άλλο.




Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Γαιοφαγία

Αν εσύ δε μου μιλάς
Και αντιστέκεσαι ακόμα
Την πλάτη μου γυρνάς
Δεν πειράζει εγώ, θα φάω χώμα

Να μη σε αγγίζουν ζητάς
Στην αγκαλιά του λιώμα
Εμένα μου γελάς
Δεν πειράζει εγώ, θα φάω χώμα

Θα περάσουν τα χρόνια
Και θα με βρεις στο χώμα
Αν πετύχω μαστοριά
Θα γίνω χρώμα

Σε κάποιου ζωγράφου πινελιά
Σ´ ενός κάδρου θέμα
Ενός πότη στην υγειά
Ο κόσμος θα γυρνά
Και θα με τρώει χώμα.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Λέσχη φίλων παιχνιδιών στρατηγικής και φαντασίας

Ατίθασο μου άλογο και λογική της σκέψης
Πείτε από που έρχεται
Η θύελλα αυτη των εξελίξεων
Και να ανασάνω δε μ´ αφήνει

Είναι φορές που την ψάχνω σε λαβύρινθο
Πιστά ακολουθώ τον μίτο
Σκοτώνω τον Μινώταυρο
Άφαντη και δεν την βρίσκω.

Ξοδεύω το χρόνο μου να περπατάω σε τετράγωνα
Όλο κύκλους φέρνω
Ευθεία, γάμμα, διαγώνια
Ποιος νοιάζεται τα ζάρια τι θα φέρουν;

Τέλοσπάντων, θα σε κτυπήσω με τον Δρακο μου
Βαρέθηκα να περιμένω
Την έμπνευση εκείνης της στιγμής
Την ευφράδεια του λόγου του στημένου

Βγαίνω στ´ ανοιχτά, κάνω εκστρατεία
Πιόνια, στρατιώτες στη γραμμή
Σε αντεπίθεση βγαίνουν οι εχθροί
Τα πλοία μου, στενά παιρνούν σε ναυμαχία

Λένε αν την περιμένεις, θα ρθει
Και αν τη ψάξεις, θα την βρεις
Και αν δεν την βρεις, θα σε βρει εκείνη

Αν την δείτε πειτε της να ρθει καταδώ
Ξέχασε την κίνηση της να την κάνει
Και έχω μείνει εδω βουβός
Φίλος εγώ του παιχνιδιού στρατηγικής και φαντασίας

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Λένε πως δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από το σπίτι σου

Κουράστηκα να ζω στη ξενιτιά της δικιάς σου γοητείας
Σε κάποια Αθήνα μετανάστης, περιμένω υπομονετικά
να με κτυπήσεις με μια ράβδο δικής σου σημασίας

Πακετάρω τα πράγματα μου, θα πάρω και το πλοίο
Δραπετεύω, επιστρέφω εδώ
Σ' αυτό τον κήπο που αντέχει και το κρύο

Ακόμα και στο δικό μου σπίτι, γεμίζεις με άρωμα όλα τα δωμάτια
Άνοιξα της γνώσης τα παράθυρα
Έτριψα της μοναξιάς τα πατώματα

Μάντεψε όμως, τώρα είσαι εσύ η ξένη
Και είμαι εγώ αυτός με τη ράβδο
τι άλλο μας μένει;

Θα σε βαρέσω με τη λήθη
η βία είναι για να ασκείται
και ας με συλλάβουν κτήνη.

Μονάχα οι φυλακές να μην έχουν και πάλι τ' αρωμά σου...